//
διαβάζετε...
Articles, History & Civilization, Nature & Enviroment, Pelion-Greece, Social Issues

ΠΗΛΙΟ / ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΣΤΟΙΧΗΜΑ


Δέσποινα Βαφείδου
 

Ονομάστηκε «βουνό των Κενταύρων» από τους μυθικούς Κενταύρους, που, μισοί άνθρωποι, μισοί άλογα, κάλπαζαν στις κατάφυτες πλαγιές του με τα τρεχούμενα νερά. Ο Όμηρος το αποκάλεσε «εινοσίφυλλον» εξαιτίας των δυνατών ανέμων που σείουν τα φύλλα των δέντρων και ο Ησίοδος «υλήεν» για τα πυκνά του δάση. Σήμερα είναι ένας τουριστικός προορισμός διάσημος για τη φυσική του ομορφιά, τις όμορφες παραλίες και την έντονη αρχιτεκτονική παράδοση. Σε μια εποχή που η ανάπτυξη προχωρά με τα μεγάλα και βαριά της βήματα, το Πήλιο επιμένει να βαδίζει με τους δικούς του ρυθμούς. Ένας μικρός παράδεισος που καλείται να κερδίσει ένα μεγάλο στοίχημα: να διατηρήσει τη φυσική του ομορφιά ενώ θα ακολουθεί μια σύγχρονη αναπτυξιακή πορεία.

Το Πήλιο αποτελεί σήμερα ένα ζωντανό δείγμα μακροχρόνιας αειφορικής διαχείρισης. Οι φυσικές του ομορφιές, η ποιότητα των νερών και των ενδιαιτημάτων αλλά και το έντονο παραδοσιακό χρώμα στην αρχιτεκτονική που συναντάμε τόσο στα αρχοντικά, όσο και στα απλά παραδοσιακά κτίσματα, τα λιθόστρωτα καλντερίμια και τις ξερολιθιές, διατηρήθηκαν σε πολύ καλή κατάσταση. Η δύσκολη μορφολογία του εδάφους του ορεινού όγκου και οι ανθρωπογενείς παράγοντες δεν επέτρεψαν, στο πέρασμα του χρόνου, τη σημαντική αλλοίωση των ιδιαίτερων αυτών χαρακτηριστικών. Για τους λόγους αυτούς, άλλωστε, το Πήλιο εντάχθηκε στο δίκτυο προστατευομένων περιοχών NATURA 2000, με σκοπό την προστασία και διατήρηση του φυσικού περιβάλλοντος της περιοχής.

Ο τρόπος ζωής

Όσο και αν υπάρχουν πλέον προσβάσεις σε όλα τα σύγχρονα μέσα διαβίωσης, ο τρόπος ζωής των κατοίκων του Πηλίου ακολουθεί κατά πόδας τις εναλλαγές του καιρού και τη συμπεριφορά της φύσης. Το Φεβρουάριο του 2006, όποιος επισκεπτόταν το Κεντρικό Πήλιο θα έβλεπε στα χωριά διάσπαρτες τρύπες μέσα στο χιόνι από όπου έβγαινε καπνός. Αν και το οδικό δίκτυο είχε διανοιχθεί από τα εκχιονιστικά μηχανήματα, τα σπίτια παρέμειναν για αρκετές μέρες αποκλεισμένα, κυριολεκτικά θαμμένα κάτω από το χιόνι! Τα ακραία καιρικά φαινόμενα αποδιοργανώνουν την καθημερινή ζωή και αναστέλλουν προσωρινά πολλές από τις δραστηριότητες. Οι κάτοικοι όμως δε φαίνεται να ανησυχούν ιδιαίτερα. Ξέρουν να αντιμετωπίζουν την κακοκαιρία έχοντας κατάλληλο εξοπλισμό και προμήθειες για πολλές ημέρες. Επί πλέον, όπως όλοι γνωρίζουν στα χωριά, το χιόνι είναι κάτι παραπάνω από απαραίτητο. Σε αντίθεση με το νερό της βροχής που καταλήγει στα ρέματα και τέλος στη θάλασσα, το χιόνι «κάθεται» πάνω στο έδαφος και λιώνει αργά ποτίζοντας τη γη, καταλήγοντας στους υπόγειους υδροφόρους ορίζοντες. Εκεί δηλαδή από όπου προέρχεται το νερό των πηγών, της ύδρευσης και άρδευσης όλων των περιοχών. Με λίγα λόγια, δεν είναι τόσο οι βροχές που εξασφαλίζουν το νερό για όλο το χρόνο αλλά κυρίως το χιόνι. Μπορεί να κάνει τη ζωή των ανθρώπων δύσκολη, όλοι όμως περιμένουν να χιονίσει γιατί ξέρουν πως διαφορετικά, το καλοκαίρι θα έχουν να αντιμετωπίσουν τη λειψυδρία. Η ανάγκη μάλιστα για να γνωρίζουν εκ των προτέρων πότε θα έχει κακοκαιρία οδήγησε στην επινόηση μιας μεθόδου «ανάγνωσης» των καιρικών συνθηκών κάποιων ημερών του καλοκαιριού από την οποία προκύπτουν οι μετεωρολογικές προβλέψεις για όλο το χρόνο. Είναι τα γνωστά σε πολλές περιοχές της Ελλάδας «μερομήνια». Αν ρωτήσει κάποιος πως ακριβώς γίνονται αυτές οι προβλέψεις, θα πάρει μια μάλλον ακαθόριστη απάντηση. Η αλήθεια πάντως είναι, ότι σπανίως πέφτουν έξω!

Από τα πολύ παλιά χρόνια, οι Πηλιορείτες που κατοικούσαν στα ορεινά χωριά, εγκατέλειπαν τα σπίτια τους το χειμώνα και μεταφέρονταν στους ημιορεινούς οικισμούς, μέσα στη ζώνη της καλλιέργειας της ελιάς. Εκεί, σε απλούστερα στην κατασκευή σπίτια, τα «καλύβια», όπως τα λένε μέχρι σήμερα, μετέφεραν όλο τους νοικοκυριό και τα οικόσιτα ζώα στα χαμηλότερα υψόμετρα, με μουλάρια από τα καλντερίμια , ώστε να βρίσκονται κοντά στα περιβόλια, τις ελαιοκαλλιέργειες δηλαδή, για τη συλλογή της ελιάς και την εξαγωγή του λαδιού. Εκεί, ο χειμώνας είναι ήπιος και το χιόνι σαφώς λιγότερο. Εκεί βρισκόταν και το ελαιοτριβείο του χωριού. Έτσι, πολλοί από τους ημιορεινούς οικισμούς, ήταν στην ουσία, οι τόποι χειμερινής διαβίωσης. Μαζί με τις οικογένειες, μεταφέρονταν το γραφείο της κοινότητας, το καφενείο, το σχολείο και ο παπάς λειτουργούσε στην εκκλησία αυτής της γειτονιάς. Σύσσωμο το χωριό κατέβαινε στα χαμηλότερα υψόμετρα κατά τον Οκτώβριο, για να ξανανέβει περίπου το Μάιο.

Σήμερα τα οδικά δίκτυα, τα αυτοκίνητα και ο εκμοντερνισμός του τρόπου ζωής διευκολύνουν κατά πολύ τις μετακινήσεις ώστε να μην είναι απαραίτητο να βρίσκεται η οικογένεια κοντά στα περιβόλια. Μετά μάλιστα τη συνένωση των Κοινοτήτων σε Καποδιστριακούς Δήμους, έγιναν πολλές συγχωνεύσεις σχολείων, οι υπηρεσίες συγκεντρώθηκαν στα κέντρα των δήμων και οι περισσότεροι, αν όχι όλοι, διαθέτουν αυτοκίνητο για τις μετακινήσεις και την μεταφορά των καρπών στα ελαιοτριβεία.

Οι μετακινήσεις αυτές, μια συνήθεια και πρακτική των Πηλιορειτών που σχετίζεται με τις εναλλαγές των εποχών, αν και τείνει να εγκαταλειφθεί, ακολουθείται ακόμη και σήμερα από κάποιους. Πρακτικοί λόγοι, αλλά και η ύπαρξη αυτών των «διπλών» νοικοκυριών, ωθούν κάποιους κατοίκους των χωριών να συνεχίζουν αυτές τις μετακομίσεις δύο φορές το χρόνο. Δεν παύουν να είναι κομμάτι μιας ζωντανής τοπικής παράδοσης.

Το νερό

Οι πλαγιές του βουνού είναι γεμάτες πηγές από όπου αναβλύζει πολύ καλής ποιότητας νερό. Το νερό που εξυπηρετεί τις ανάγκες ύδρευσης και άρδευσης προέρχεται κυρίως από τις κορυφές του Πηλίου όπου, με κατάλληλα έργα διοχετεύεται σε αρδευτικά κανάλια ή σε κλειστά δίκτυα όταν προορίζεται για την ύδρευση. Στην πορεία του το νερό αποθηκεύεται σε δεξαμενές από όπου και ανακατευθύνεται και διανέμεται με αγωγούς, ώστε να φτάσει στον τελικό προορισμό του: τα σπίτια ή τις καλλιέργειες που, ανάλογα με το είδος τους, καταναλώνουν και τις ανάλογες ποσότητες.

Το καλοκαίρι, με την έναρξη της αρδευτικής περιόδου που διαρκεί από τον Απρίλιο έως τον Οκτώβριο, ξεκινούν τα ποτίσματα της ελιάς που είναι και η κυριότερη καλλιέργεια. Συνήθως το νερό αρκεί για να ποτιστούν τα δέντρα τρεις ή τέσσερις φορές μέσα στην περίοδο του καλοκαιριού. Τις πιο άνυδρες χρονιές μπορεί να μην αρκεί ούτε για δύο οπότε περιορίζεται επί πλέον και η διάρκεια του κάθε ποτίσματος. Αυτά τα καλοκαίρια είναι γενικά δύσκολα. Τις μεσημβρινές ώρες που οι ανάγκες σε νερό ύδρευσης είναι αυξημένες, υπάρχουν συστηματικές διακοπές νερού κατά τις οποίες επικρατεί μια γενική αποδιοργάνωση της καθημερινής ζωής αλλά και του συστήματος διανομής του νερού. Τις χρονιές αυτές όλοι κοιτούν με τρόμο την κατάξερη φύση που με μια σπίθα θα γίνει στάχτη, χωρίς να μπορεί κανείς να αντιδράσει, αφού οι δεξαμενές είναι λίγο πολύ άδειες.
Στο μεταξύ, οι ανάγκες για νερό ύδρευσης κορυφώνονται τους καλοκαιρινούς μήνες με την προσέλευση των επισκεπτών που παραθερίζουν στις τουριστικές περιοχές ή επισκέπτονται τις εξοχικές τους κατοικίες. Στις 2 περίπου το μεσημέρι που επιστρέφουν από τις παραλίες, στα ορεινά και ημιορεινά χωριά η πίεση του νερού πέφτει αισθητά και συχνά η παροχή κόβεται τελείως μέχρι το βράδυ.

Για να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα του νερού έγιναν κάποιες γεωτρήσεις, στις πεδινές κυρίως περιοχές του Πηλίου. Ο αριθμός τους μάλιστα αυξάνεται ανεξέλεγκτα, πράγμα που ανησυχεί τους μελετητές που μιλούν για τα δυσμενή αποτελέσματα αυτής της πρακτικής. Ήδη σε πολλές από τις γεωτρήσεις που εξετάστηκαν βρέθηκαν αυξημένα χλωριούχα, πράγμα που δημιουργεί αρκετές υποψίες για την ποιότητα αυτών των νερών. Η υπεράντληση των υδάτων ή η ανόρυξη σε μεγάλο βάθος προκαλούν την υφαλμύρωση των παράκτιων γεωτρήσεων και δεν αποκλείεται να οδηγήσουν στην αχρήστευσή τους.

Στο νότιο Πήλιο παρατηρείται ανεπάρκεια νερού κατά τους θερινούς μήνες στους περισσότερους οικισμούς, γεγονός που αποτελεί σημαντικό ανασταλτικό παράγοντα στην εξέλιξη της περιοχής, που στηρίζεται στον τουρισμό και τη γεωργία. Στους οικισμούς της κοινότητας Τρικερίου η υδροδότηση το καλοκαίρι γίνεται με πλωτή υδροφόρα. Το νερό αμφίβολης ποιότητας και το κόστος της υδροδότησης της περιοχής πάρα πολύ μεγάλο. Το πρόβλημα ήρθε να λύσει το Φράγμα Παναγιώτικο, ανάμεσα στο Νεοχώρι και την Κορώπη, ύψους 40 και μήκους 145 μέτρων. Με ένα δίκτυο υδροδότησης αρκετών χιλιομέτρων που θα μεταφέρει το νερό από τον ταμιευτήρα στις περιοχές της Μηλίνας και του Τρικερίου, προβλέπεται να ανακουφιστεί ο υπόγειος υδροφορέας που έχει υποβαθμιστεί ποιοτικά και ποσοτικά από την υπεράντληση. Πρόκειται για ένα μεγάλης κλίμακας έργο που αλλοιώνει τα χαρακτηριστικά του φυσικού περιβάλλοντος στην περιοχή και βρίσκει πολλούς αντίθετους. Από την άλλη, ποιος μπορεί να το πει αυτό στους κατοίκους των οικισμών του νοτίου Πηλίου που υποφέρουν τα καλοκαίρια;

Αγροτική παραγωγή

Στις ορεινές και ημιορεινές ειδικά περιοχές, τα εδάφη είναι επικλινή και σε πολλά σημεία βραχώδη και η εκμηχάνιση της παραγωγής είναι σχεδόν αδύνατη. Τα καλλιεργούμενα είδη, ελιές στα μικρότερα υψόμετρα ή μηλιές και άλλα οπωροφόρα στα μεγαλύτερα, είναι είδη που ευδοκιμούν εύκολα στις περιοχές που καλλιεργούνται. Στο μεταξύ, η διασπορά των οικισμών και η εγκατάλειψη των χωριών μετά τη δεκαετία του 50’ δεν έδωσαν το έναυσμα για την εφαρμογή του εντατικού μοντέλου στη γεωργία. Τελικά, οι μονοκαλλιέργειες και η μεγάλη χρήση φυτοφαρμάκων είναι πρακτικές που δεν εφαρμόστηκαν ποτέ στο Πήλιο. Κάτι αντίστοιχο συμβαίνει και με την κτηνοτροφία όπου οι μονάδες είναι μικρές και διάσπαρτες. Κάποιες οικογένειες διατηρούν λίγα οικόσιτα ζώα για τις δικές τους ανάγκες ή για να συμπληρώνουν με κάποιο ποσό το εισόδημά τους. Έτσι, οι περιοχές βόσκησης είναι και αυτές μικρής έκτασης και δεν αλλοιώνουν σημαντικά το περιβάλλον στο σύνολό του. Μια άλλη, επιβαρυντική για τα δάση μας δραστηριότητα, η υλοτόμηση, γίνεται από ντόπιους υλοτόμους με μικρά μηχανικά μέσα. Το παραγόμενο προϊόν είναι καυσόξυλα ή ξύλα κατασκευών και προορίζονται κυρίως για τις ανάγκες της περιοχής με αποτέλεσμα, μόνο σε λίγες περιπτώσεις να έχουμε καταστροφή και μόνο τμημάτων των δασών Και αυτή όμως δεν είναι μη αναστρέψιμη.

Οι γεωργικές και κτηνοτροφικές πρακτικές που γενικά εφαρμόζονται είναι ήπιες, κάτι που αφήνει αρκετά περιθώρια στη φύση να επουλώσει τα τραύματα που της αφήνει η αγροτική δραστηριότητα. Επί πλέον διασφαλίζεται η αισθητική ποιότητα του περιβάλλοντος αλλά και η ποιότητα του εδάφους και του νερού που βρίσκεται αποθηκευμένο στους υπόγειους υδροφόρους ορίζοντες.

Τουρισμός

Οι φυσικές ομορφιές του Πηλίου προσελκύουν Έλληνες και ξένους τουρίστες εδώ και πολλές δεκαετίες. Πρόσφατα μάλιστα παρατηρείται μια ανάπτυξη του εναλλακτικού τουρισμού αφού όλο το βουνό ως τις παραλίες του Παγασητικού κόλπου και του Αιγαίου «χτενίζεται» από πλήθος μονοπάτια και παραδοσιακά καλντερίμια που προσφέρονται για περιπάτους, μεγάλες πεζοπορίες και διαδρομές με άλογα και ποδήλατα βουνού. Το χιονοδρομικό κέντρο «Αγριόλευκες», στα Χάνια, είναι επίσης ένας πόλος έλξης μεγάλου πλήθους επισκεπτών που τους χειμερινούς μήνες και με το πρώτο χιόνι, κατακλύζουν κυριολεκτικά την περιοχή. Το καλοκαίρι, όλες οι παραλιακές περιοχές, επίσης «βουλιάζουν» από τα πλήθη των επισκεπτών. Η πληρότητα, των ξενοδοχείων αγγίζει το 100%, το χειμώνα στα ορεινά και το καλοκαίρι στις παραλίες. Αλλά δεν είναι μόνο τα ξενοδοχεία και οι μεγάλες εγκαταστάσεις στις κατ’ εξοχήν τουριστικές περιοχές. Στα περισσότερα χωριά παρέχονται δωμάτια σε αρχοντικά και σπίτια που συνήθως είναι μικρές οικογενειακές επιχειρήσεις. Το ίδιο συμβαίνει και με πολλές ταβέρνες και καφενεία όπου τα μέλη της οικογένειας απασχολούνται περιστασιακά τα Σαββατοκύριακα και τις περιόδους αιχμής οπότε υπάρχει προσέλευση τουριστών.
Ο τουρισμός είναι πολύ σημαντικός παράγοντας για τη στήριξη των οικογενειών που συχνά απασχολούνται εποχιακά και στους δύο τομείς, αγροτικό και τουριστικό. Για μια τόσο σημαντική δραστηριότητα, είναι βέβαια απαραίτητα τα έργα υποδομής που θα βελτιώσουν τις προσφερόμενες υπηρεσίες, αλλά και θα συμβάλλουν στην προστασία του περιβάλλοντος που κυριολεκτικά «υποφέρει» τις περιόδους αυτές. Άλλωστε, η αισθητική και η ποιότητα του περιβάλλοντος είναι που μαγνητίζει τους επισκέπτες του Πηλίου.

Εγκατάλειψη των οικισμών

Το φαινόμενο της εγκατάλειψης των χωριών για την ανεύρεση ενός υψηλότερου επιπέδου ζωής, ξεκίνησε τη δεκαετία του 50. Πολλοί Πηλιορείτες εγκατέλειψαν τα σπίτια και τα αγροκτήματά τους για μια θέση εργασίας στα αστικά κέντρα, κυρίως το Βόλο. Πολλοί εγκαταστάθηκαν για κάποια χρόνια στη Γερμανία. Κάποιοι από αυτούς επιστρέφουν με την πάροδο του χρόνου, όμως τα χωριά δεν έχουν πια τη ζωή που είχαν παλιότερα, όπως λένε πολλοί ντόπιοι.

Σήμερα παρατηρείται μια επιβράδυνση στην ερήμωση των χωριών. Οι συνθήκες ζωής έχουν βελτιωθεί αισθητά όπως καλύτερη είναι και η οικονομική κατάσταση όσων ζουν στο Πήλιο και είναι αγρότες. Πολλοί επίσης είναι αυτοί που, αν και δεν κατάγονται από την περιοχή, αγοράζουν παλιά σπίτια που τα αναπαλαιώνουν και τα χρησιμοποιούν ως εξοχικές κατοικίες. Άλλοι πάλι, εγκαθίστανται μόνιμα, αν καταφέρουν βέβαια να αποχωριστούν τις συνήθειες τις πόλης και προσαρμοστούν στις συνθήκες ζωής στο Πήλιο. Πολλοί Γερμανοί ή Άγγλοι αγόρασαν σπίτια, την εποχή που ακόμα υπήρχαν πολλές ελλείψεις στις βασικές υποδομές. Ίσως μάλιστα να ήταν οι πρώτοι που ανακάλυψαν τους θησαυρούς του Πηλίου.
Εν τούτοις όμως, αυτό δεν είναι αρκετό. Ο αριθμός των μονίμων κατοίκων, αυτών που ζουν και εργάζονται στο Πήλιο, εξακολουθεί να μειώνεται. Γνωστό είναι ότι η αγροτική οικονομία στηρίχθηκε για πολλά χρόνια στις κρατικές και ευρωπαϊκές επιχορηγήσεις, κάτι που δεν προβλέπεται να διαρκέσει για πολύ. Το 2013 λήγουν τα προγράμματα των επιδοτήσεων και τότε ο αγροτικός τομέας θα πρέπει να στηρίζεται ήδη στα δικά του πόδια. Τα ίδια ισχύουν και στον τουρισμό. Πολλά έργα έγιναν με κονδύλια ευρωπαϊκών προγραμμάτων και συνεχίζουν να γίνονται. Την ίδια στιγμή, νέοι τουριστικοί προορισμοί στην Τουρκία, την Κύπρο ή τα νέα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης ανταγωνίζονται σκληρά τον τουρισμό και προβληματίζουν έντονα τους επαγγελματίες του κλάδου.

Οικιστική ανάπτυξη

Μέσα στη γενικότερη σύγχυση και αμηχανία που προκαλούν οι δυσοίωνες προοπτικές από τη μια και η έλλειψη ολοκληρωμένου σχεδιασμού για μακροχρόνια οφέλη από την άλλη, μια νέα απειλή κάνει την εμφάνισή της. Λέγεται «οικιστική ανάπτυξη» και υπόσχεται πολλά καλά για όλους.

Ένα ελαιοπερίβολο 4 στρεμμάτων που αποφέρει πολύ λίγες εκατοντάδες ευρώ το χρόνο, μπορεί να πουληθεί ως οικόπεδο πάνω από 100.000 ευρώ, ανάλογα βέβαια με τις διαθέσιμες υποδομές μιας περιοχής, όπως το οδικό δίκτυο, το ηλεκτρικό ρεύμα, το πόσιμο νερό και τα χαρακτηριστικά του αγροτεμαχίου – η θέση, η κλίση του εδάφους, η θέα ή το πόσο κοντά βρίσκεται στη θάλασσα. Η τιμή γενικά ενός τέτοιου οικοπέδου δεν μπορεί να είναι αντικειμενική και συχνά είναι ζήτημα προσωπικής εκτίμησης του ιδιοκτήτη ή προσφοράς και ζήτησης σε μια συγκεκριμένη περιοχή. Σε χωριά μάλιστα όπου διαμένουν κάποιοι επώνυμοι, οι τιμές των ακινήτων γενικά μπορούν να είναι αρκετά ανεβασμένες.

Είναι αυτονόητο ότι θα θελήσει κάποιος να πουλήσει ένα αγροτεμάχιο για οικόπεδο, ειδικά στην περίπτωση που διαθέτει παραπάνω από ένα, κάτι που δεν είναι και τόσο σπάνιο. Παρατηρείται λοιπόν το φαινόμενο της δόμησης μέσα σε περιοχές χαρακτηρισμένες ως αγροτικές, κάτι που μέχρι στιγμής δεν φαίνεται ιδιαίτερα περίεργο. Πλην όμως εκεί που τείνει να γενικευτεί, δημιουργούνται συχνά προβλήματα από την έλλειψη προγραμματισμού στα έργα υποδομής με συχνότερο το πρόβλημα αυτό της έλλειψης νερού. Αν και το γνωστό Προεδρικό Διάταγμα του Πηλίου του 1980 προβλέπει ότι τα κτίσματα θα πρέπει να έχουν συγκεκριμένες προδιαγραφές στην αρχιτεκτονική, την αισθητική αλλά και τα υλικά κατασκευής τους, αυτό δεν ισχύει για όλο το Πήλιο. Άλλοτε πάλι, εφαρμόζονται κάποιοι αισθητικοί κώδικες στα λεγόμενα «κτιριακά συγκροτήματα» -μεζονέτες, συχνά με πισίνες, που εφάπτονται μεταξύ τους- που είναι σύννομοι, στην πραγματικότητα όμως αλλοιώνουν τον οικιστικό χαρακτήρα του τόπου. Έτσι πολλές νεόδμητες οικοδομές είναι απλώς μια αισθητική παραφωνία και μετατρέπουν το Πήλιο σε ένα πεδίο άναρχης οικιστικής «ανάπτυξης».

Το μεγάλο στοίχημα

Οι αναφορές στο φαινόμενο του θερμοκηπίου και τις κλιματικές αλλαγές στον πλανήτη είναι καθημερινές. Οι φυσικοί πόροι διαρκώς εξαντλούνται. Τα δάση συρρικνώνονται. Το νερό λιγοστεύει. Η ποιότητα των ενδιαιτημάτων υποβαθμίζεται. Οι επεμβάσεις του ανθρώπου στο περιβάλλον, η αλόγιστη χρήση των φυσικών πόρων και ο ελλιπής σχεδιασμός στη διαχείριση του νερού και των αποβλήτων είναι κάποιες από τις βασικές αιτίες για αυτήν τη δύσκολα αναστρέψιμη πορεία. Τα ανεπτυγμένα κράτη αλλά και τα κράτη υπό ανάπτυξη, υιοθετούν, λίγο πολύ, τις ίδιες πρακτικές αφού η ανάπτυξη είναι συνυφασμένη ακριβώς με την κατανάλωση φυσικών πόρων, που κάθε άλλο παρά ορθολογιστική, χαρακτηρίζεται πλέον σπάταλη.

Η προστασία του περιβάλλοντος και της βιοποικιλότητας σχετίζεται όχι μόνο με περιβαλλοντικά ζητήματα αλλά και με τις κοινωνικές και γεωπολιτικές συνθήκες κάθε περιοχής. Και ενώ τα περιβαλλοντικά προβλήματα στο σύνολό τους έχουν μελετηθεί σε βάθος ώστε να υπάρχουν πλήθος προτάσεις για την επίλυσή τους, στην πράξη φαίνεται να είναι πολύ δύσκολη η υλοποίηση των όποιων προγραμμάτων προστασίας ή αποκατάστασης του περιβάλλοντος. Η κοινωνική διάσταση του προβλήματος φέρνει πάντα εμπόδια. Η αδυναμία αξιολόγησης των ζητημάτων σε όλο τους το βάθος, ίσως λόγω της ελλιπούς ενημέρωσης αλλά και των προκαταλήψεων, φέρνουν τα επιμέρους συμφέροντα των κοινωνικών ή επαγγελματικών ομάδων στις τοπικές κοινωνίες σε τέτοια σύγκρουση που τελικά δεν φαίνεται να είναι δυνατή η εύρεση μιας λύσης που να ικανοποιεί όλους. Το ενδιαφέρον επικεντρώνεται στις ίδιες τις συγκρούσεις, υπερτονίζοντας στο τέλος την αδυναμία των τοπικών αρχών να συγκεράσουν τις απόψεις αλλά και των κατοίκων και των επαγγελματιών να εντοπίσουν τι θέλουν να γίνει στην περιοχή τους. Το χάσμα είναι συνήθως τόσο μεγάλο, που κάθε προσπάθεια διαλόγου για την εύρεση μιας ικανοποιητικής λύσης για όλες τις ενδιαφερόμενες πλευρές βουλιάζει στο κενό με συνήθη χαμένο το υπό προστασία αντικείμενο αφού το κοινωνικό και οικονομικό καθεστώς έχει τόσο βαθιές ρίζες που η ίδια η κοινωνία μιας περιοχής, αρνείται να δεχτεί οποιαδήποτε ανατροπή μιας υπάρχουσας ισορροπίας, όσο και αν αυτή μοιάζει να οδηγεί σε αδιέξοδο.

Την ίδια στιγμή, χρηματικά ποσά που διατίθενται από προγράμματα της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την ανάπτυξη, τη χρηματοδότηση επενδύσεων στις εναλλακτικές πηγές ενέργειας, τον αγροτουρισμό ή άλλες προτάσεις για φιλικές προς το περιβάλλον δραστηριότητες ή επενδύσεις, δεν απορροφώνται στο βαθμό που θα μπορούσε. Τα σχέδια προσκρούουν σε πλήθος αντιδράσεων, πιθανόν ακριβώς επειδή δεν έχει προηγηθεί ο απαιτούμενος ολοκληρωμένος σχεδιασμός που θα εξισορροπεί περιβαλλοντικούς, κοινωνικούς, οικονομικούς και πολιτιστικούς παράγοντες. Για αυτούς του λόγους, μέσα στους στόχους της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι η διαμόρφωση μιας βάσης στην περιβαλλοντική έρευνα που θα εξασφαλίζει την καλύτερη συνεργασία ανάμεσα στις κοινωνικές και τις φυσικές επιστήμες.

Έχουμε φτάσει όμως σε ένα σημείο όπου πρέπει να παρθούν άμεσα αποφάσεις για μια νέα αναπτυξιακή πορεία που θα σέβεται και θα προστατεύει το περιβάλλον. Από την άλλη κανείς δε μπορεί να πει όχι στην κοινωνική και οικονομική ανάπτυξη μιας περιοχής αφού ήδη τα χωριά βρίσκονται σε μια φθίνουσα δημογραφικά πορεία. Ανάπτυξη που σε καμία περίπτωση δε μπορεί να γίνει άναρχα, αποσπασματικά και με βραχυπρόθεσμα οφέλη για λίγους. Ο χωροταξικός σχεδιασμός που έχει ήδη δρομολογηθεί, προβλέπει το διαχωρισμό των χρήσεων γης και τη χωροθέτηση των επί μέρους δραστηριοτήτων. Οι περιοχές όπου θα υπάρχει αγροτική, τουριστική ή οικιστική δραστηριότητα θα είναι σαφώς οριοθετημένες και οι δράσεις θα στηρίζονται σε μελέτες που θα λαμβάνουν υπ’ όψη όλες τις κοινωνικές, οικονομικές και περιβαλλοντικές παραμέτρους της ισορροπίας σε μια περιοχή. Αυτό σημαίνει ότι, σίγουρα, κάτι θα κρατήσουμε, κάτι θα θυσιάσουμε. Το ζητούμενο είναι, στην υλοποίησή τους ο σχεδιασμός και τα έργα, να διασφαλίζουν το μέλλον για το περιβάλλον και τον άνθρωπο, και το Πήλιο, που όλοι όσοι το επισκέφθηκαν το αγάπησαν, να παραμείνει ένα στολίδι στον τόπο μας.

Νοέμβριος 2008

Discussion

Comments are closed.

%d bloggers like this: